κατηφορίζω

κατηφορίζω
(Μ κατηφορίζω) [κατήφορος]
1. (για έδαφος) είμαι κατηφορικός, είμαι επικλινής, κατεβαίνω («ο λοφίσκος κατηφορίζει σε ρεματιά»)
2. βαδίζω σε κατηφορικό δρόμο
μσν.
μτφ. χειροτερεύω, ξεπέφτω.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • κατηφορίζω — κατηφορίζω, κατηφόρισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κατηφορίζω — κατηφόρισα 1. κατέρχομαι κατήφορο: Από την κορφή του βουνού κατηφορίσαμε στο χωριό. 2. είμαι κατηφορικός: Από το σημείο εκείνο κατηφορίζει ο δρόμος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταθέω — (Α) 1. κατηφορίζω τρέχοντας 2. (για πλοία) μπαίνω στο λιμάνι, καταπλέω 3. εισβάλλω, κάνω επιδρομή 4. λεηλατώ με επιδρομές 5. καταδιώκω 6. φέρομαι υβριστικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + θέω «τρέχω»] …   Dictionary of Greek

  • καταφορίζω — (Μ) βλ. κατηφορίζω …   Dictionary of Greek

  • κατηφόρισμα — το [κατηφορίζω] 1. η πορεία σε κατηφορικό δρόμο 2. κατηφορικός δρόμος, κατηφόρι, κατηφοριά …   Dictionary of Greek

  • κατωφορούμαι — κατωφοροῡμαι, έομαι (Μ) [κατώφορος] φέρομαι προς τα κάτω, κατηφορίζω …   Dictionary of Greek

  • προκαταθέω — Α τρέχω προς τα κάτω προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + καταθέω «κατηφορίζω τρέχοντας»] …   Dictionary of Greek

  • συγκαταθέω — Α εφορμώ μαζί με κάποιον, εισβάλλω μαζί. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + καταθέω «κατηφορίζω τρέχοντας, εισβάλλω, κάνω επιδρομή»] …   Dictionary of Greek

  • υποκαθίημι — ΜΑ 1. (μτβ.) αφήνω κάτι να πέσει σιγά σιγά, σταδιακά 2. (αμτβ.) κατηφορίζω σιγά σιγά αρχ. 1. (σχετικά με το γένι) αφήνω να μεγαλώνει 2. μτφ. υποκινώ κάποιον προς κάτι, προτρέπω 3. μέσ. ὑποκαθίεμαι α) αφήνω κάποιον ή κάτι και φεύγω, ξεχνώ κάπου ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”